Καὶ τ' εἶσαι, ἄνθρωπε μωρέ, ποὺ φλυαρεῖς ἐμπρός μου,
ἂν μὲ τὰ ζῷα τὰ λοιπὰ παραβληθῇς τοῦ κόσμου;
Ἔχεις τὴν χαίτη λεονταριοῦ καὶ τὸ κεντρὶ τῆς σφήκας;
ἔχεις πτερὰ τοῦ παγονιοῦ καὶ τῆς στρουθοκαμήλου,
ἢ τοῦ προβάτου τὸ μαλλί, τὸ γάλα τῆς κατσίκας,
τὰ δόντια τοῦ ἐλέγαντος, τὸ στόμα κροκοδείλου;
Ἔχεις τὸ χλιμίντρισμα ἐκεῖνο τῆς φοράδας;
ἔχεις λαγοῦ περπατησιὰ καὶ κάβουρα ποδάρια,
ἢ τοῦ ξιφία τὴν οὐρά, ἢ κἂν τῆς σουσουράδας,
ἢ κἂν τῆς πίνας τὸ φαγὶ καὶ τὰ μαργαριτάρια;
Ἔχεις αὐτιὰ τοῦ γαϊδουριοῦ, τῆς κουκουβάγιας μάτι,
ἢ τῆς χελώνας τὸ καυκὶ καὶ τζίτζικα λαρύγγι,
κι' ὁπόταν θέλῃς εἰμπορεῖς, βρὲ ἄνθρωπε σακάτη,
νὰ βγάλῃς ἀπὸ μέσα σου ἱπποποτάμου ξύγκι;
Μπορεῖς νὰ πέσῃς στὸ νερὸ ἀπὸ ψηλὰ σὰν γλάρος
καὶ τὸ μακρὺ τὸ ράμφος σου μαρίδες νὰ ρουφήσῃ;
μπορεῖς καὶ σὺ ν' ἁλατισθῇς καθὼς ὁ μπακαλιάρος
κι' ἀπὸ τἁλάτι τὸ πολὺ νὰ γίνῃς στοκοφίσι;
Μπορεῖς σκουλῆκι ἐνταυτῷ καὶ πεταλοῦδα νἆσαι
κι' ἀπὸ τὸ σάλιο σου νὰ βγῇ μεταξωτὴ λουρίδα,
ἢ, ὅπερ σπουδαιότερον, μπορεῖς ν' ἀποκοιμᾶσαι
μ' ἕνα ποδάρι κρεμαστὸς καθὼς ἡ νυκτερίδα;
Μπορεῖς νὰ ζῇς χωρὶς βρακιά, παπούτσια καὶ φωκόλα,
ἢ τρία κἂν πηδήματα νὰ κάνῃς σὰν ζαρκάδι;
μπορεῖ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα σου νὰ ἔβγῃ καμμιὰ κόλλα,
χαβιάρι, αὐγοτάραχο, ἢ τῆς μουρούνας λάδι;
Μπορεῖ ἀπὸ τὸ δέρμα σου νὰ δοῦμε μιὰ διφθέρα,
σαμούρια, γούναις, στρώματα, παπλώματα, καπόταις;
μπορεῖς καθὼς τὸν κόκορα μονάχα σὲ μιὰ μέρα
νὰ χωρατεύῃς μ' ἑκατὸ τριάντα πέντε κόταις;
Μπορεῖς καὶ σὺ νὰ χώνεσαι στῇς τρύπαις σὰν ποντίκι,
ἢ νὰ πετᾷς σὰν κότσυφας, σὰν σπῖνος, σὰν ὀρτύκι;
μπορεῖ ποτὲ τὰ ὅσα τρῷς, βρὲ ἄνθρωπε τεμπέλη,
νὰ τὰ μασσᾷς σὰν μέλισσας καὶ νὰ τὰ βγάζῃς μέλι;
Οὔ! νὰ χαθῇς κηφηναριό... στῶν μελισσῶν τὸ σμῆνος
ἐσὺ ζηλεύεις μοναχὰ τὴν θέσιν τοῦ κηφῆνος,
καὶ θέλεις πάντα χάρισμα νὰ τρώγῃς στὴν κυψέλην,
ὁπόταν εἶσαι μάλιστα γιγαντομάχος Ἕλλην.
Μὲ ὅλην τὴν σοφίαν σου, τὴν τόσον πνευματώδη,
δὲν ἠμπορεῖς στὰ σύννεφα καὶ μιὰ φωλῃὰ νὰ κτίσῃς,
μηδὲ νὰ βγάλῃς κέρατα σὰν τράγος ἢ σὰν βόδι,
καὶ μοναχὰ ὡς σύζυγος μπορεῖ νὰ τἀποκτήσῃς.
Ὅ,τι μικρὸν καὶ ἀφανὲς ἡ πτέρνα σου πατεῖ
γελᾷ μὲ τὰ καμώματα τῆς λογικῆς ἀγέλης,
κι' ἂν πῇς κι' εἰς ἕνα μύρμηγκα στὸν κόσμο τί ζητεῖ;
θὰ σ' ἀπαντήσῃ αὐθαδῶς «ἀμμὲ καὶ σὺ τί θέλεις;».
Ἕνα κουνοῦπι ζωηρὸ ἐκάθισε μιὰ μέρα
σ' ἑνὸς βωδιοῦ τὸ κέρατο κι' ἐσφύριζ' ἐκεῖ πέρα,
κι' εἶπε τὸ βῶδι μὲ ψυχρὸν Ἐγγλέζου χαρακτῆρα
«καὶ ὅταν ἦλθες κι' ἔφυγες χαμπάρι δὲν σ' ἐπῆρα».
Ἂν εἰμπορῇς, βρὲ ἄνθρωπε, πές του καὶ σὺ αὐτά,
ὅταν στ' αὐτιά σου νηστικὸ σφυρίζοντας πετᾷ·
μὲ σφύριγμα καὶ δάγκωμα κακὰ σὲ ξημερόνει,
ἂν δὲν σκεφθῇς δελτάριον ν' ἀνάψης Ζαμπιρόνη.
Βλέπεις αὐτὸν τὸν μπούρμπουλα, τὸν ἀφανῆ στὸ χῶμα,
ποὺ μὲ τὰ πόδια του κυλᾷ τὴν μιὰ καὶ ἄλλη βρῶμα;
μεγάλης ἔτυχε ποτὲ στὴν Αἴγυπτο λατρείας
ὡς τοῦ Ἡλίου σύμβολον, δυνάμεως κι' ἀνδρείας.
Καὶ ὕστερα κορδόνεσαι καὶ θεωρεῖς ὡς δῶρον
καὶ τὸ μυαλὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τὸ μυαλὸ τῆς ράχης
σύ, τοῦ Δαρβίνου ἡ μαϊμοῦ, σύ, δίπουν μαστοφόρον,
σύ, ἄνθρωπε θαυμάσιε, ποὺ κακὸ ψόφο νἄχῃς.