Βρέχε, οὐρανέ,
καὶ νερὸ νὰ ρίξῃς
ὁποὺ νὰ μᾶς πνίξῃς.
Βρόντα, κεραυνέ,
κι' ἂς ἀνάψ' ἡ σφαῖρα
ὅλη πέρα πέρα.
Δίσκε τῆς ἡμέρας
ποὺ ζωή μας εἶσαι, πάγωσε καὶ σβύσε.
Καὶ αὐτῆς τῆς σφαίρας
πᾶς φλογίζων Πόλος
ἂς παγώσῃ ὅλος.
Πλήρης ἐκ φωτὸς
νέος κόσμος λάμπει
ὡς χρυσῆ τις κάμπη.
Μὰ γεννᾷ κι' αὐτὸς
φιλοσόφους κλαίοντας
κι' ἔτσι πάει λέοντας.