Τ' εἶναι κι' αὐτὸς ὁ Φασουλῆς;... καθεὶς θὰ ἐρωτᾷ
ἀκούσατε περὶ αὐτοῦ νὰ σᾶς εἰπῶ αὐτά.
Καὶ πρῶτον ὡς φιλόσοφος τί σύστημα πρεσβεύει
καὶ πότε σοβαρεύεται καὶ πότε χωρατεύει
κανεὶς καλὰ δὲν ἐννοεῖ...
Μειλίχιος φιλόσοφος, ἀλλ' ὅμως καὶ φρικτός,
τὸ σύστημά του ἥλιος καὶ ζόφος τῆς νυκτός,
ἀγγέλων κι' ὄφεων πνοή.
Φύσις διπλῆ, μετέχουχα τῆς γῆς καὶ τοῦ ἀπείρου,
καὶ ὅπως οἱ σχολιασταὶ τοῦ τραγῳδοῦ Σαιξπήρου
περὶ τοῦ Χάμλετ συζητοῦν καὶ ἄραις μάραις ψάλλουν.
Τοιουτοτρόπως καὶ γι' αὐτὸν καμπόσοι θ' ἀμφιβάλλουν
ἂν ὡς ὁ Χάμλετ τὸν τρελλὸν συχνὰ ἐπροσποιεῖτο,
ἢ ἂν τοιοῦτος πάντοτε μὲ τὰ σωστά του ἦτο.
Ὡς ἄνθρωπος εἰς τοὺς πτωχοὺς πεντάρα δὲν δανείζει,
ἀλλ' οὔτε ὡς παράσιτος τοὺς ἔχοντας σκοτίζει,
πρεσβεύων σὰν τὸν Σααδῆ
πὼς ἂν δανείζῃς στοὺς μικροὺς κι' ἀπὸ τρανοὺς δανείζεσαι
φίλον ποτὲ δὲν ἀποκτᾷς καὶ γρήγορ' ἀφανίζεσαι,
κι' ἕνας δὲν τρέχει νὰ σὲ δῇ.
Ἀλλ' ἂν αὐτήν του τὴν ἀρχὴν φυλάττῃ στερεὰν
ἐν τούτοις ὅμως δέχεται πλουσίων δωρεάν,
καὶ ψωροϋπερήφανος δὲν φαίνεται τραχύς,
κι' ἐπεύχεται νυχθημερὸν ἐξ ὅλης του ψυχῆς
ὡς Κροῖσοι πάντες νὰ πλουτοῦν κι' αὐτὸς νὰ εἶναι ψώρα
κι' εὐγνωμονῶν νὰ χαίρεται τὰ ζείδωρά των δῶρα.
Ὡς νοικοκύρης βλάσφημα ὑποδαυλίζει ἔπῃ,
ὁπόταν σφουγγαρίσματα στὸ σπητικό του βλέπῃ,
μπουγάδες καὶ σκουπίδια...
μήτε ποτὲ στὴν ἀγορὰ πηγαίνει νὰ ψουνίσῃ
κι' οὔτε κανεὶς στὸ σπήτι του τὸν εἶδε νὰ γυρίσῃ
μὲ δύο κουνουπίδια.
Ὡς σύζυγος, ἂν καὶ πολὺ περὶ πολλὰ τυρβάζῃ
καὶ τῆς σοφίας ἡ σπουδὴ συχνότατα τὸν βάζῃ
σὲ χίλιαις τόσαις συλλογαῖς,
τελεῖ πιστῶς τὰ χρέη του ὡς ἥμερον ἀρνίον
καὶ ἀκραδάντως πέποιθε πὼς κάθε του τεκνίον
δὲν εἶναι κλάσμα συμμιγές.
Ὡς Ἕλλην δὲ καὶ ποιητὴς καθόλου δὲν ξεχάνει
μήτε τὸ «Ἕλληνες ἐσμὲν» τοῦ λάλου Δδεληγιάννη,
μηδὲ καὶ τὸ Τρικούπειον ρητὸν θὰ λησμονήσῃ
πὼς ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ,
πρὸ πάντων δὲ τοῦ Κότταρη τὸ «κλιέφτω, κλιέφτεις, κλιέφτει»,
ποὺ τοὺς Ρωμῃοὺς οἰστρηλατεῖ κι' εἰς ὅλους βάζει νέφτει.