Ποῦ νὰ εἶσαι, ὦ ψυχή μου;... δὲν σ' εὑρίσκω πουθενά,
καὶ μὲ κάνεις νὰ θυμώνω καὶ νὰ πέρνω τὰ βουνά;
Ποῦ νὰ κάθεσαι, ψυχή μου; ἀπ' ἐμπρὸς ἢ ἀπ' ὀπίσω;
ὅσο σ' ἕνα κι' ἄλλον τοῖχο τὸ ξερό μου κι' ἂν κτυπήσω,
δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω μητ' ἐγὼ μηδὲ κανεὶς
ἂν ἐσὺ τὸ αἷμα εἶσαι ἢ τὸ αἷμα σὺ κινεῖς.
Μήπως εἶσαι νοῦς, ὡς γράφει ὁ δοφὸς Ἀριστοτέλης;
ἀλλ' ἂν εἶσαι νοῦς καὶ μόνον πῶς δὲν κάνεις ὅ,τι θέλεις;
μή, ὡς λέγει ὁ Σενέκας, εἶσαι σῶμα θέλον θρέψιν;
ἀλλ' ἂν εἶσαι σῶμα μόνον πῶς μὲ φέρεις πρὸς τὴν σκέψιν;
Εἶσαι δούλη τῆς σαρκός μας ἢ τοῦ σώματος κυρία;
ἕνα τάχα μέρος μόνον χωριστὸν ἀποτελεῖς,
ἢ χωρίζεσαι εἰς δύο, ἢ χωρίζεσαι εἰς τρία,
ὅπως γράφει καὶ κηρύττει ὁ Μακράκης ὁ πολύς;
Ἂν ἐνίοτε μαζί σου ἀπιστῶ καὶ ἀμφιβάλλω,
μὰ πιστεύω πότε πότε πὼς ὑπάρχεις δίχως ἄλλο·
κι' ἂν ὑπάρχῃς, ὦ ψυχή μου, ποῦ θὰ πᾷς σὰν τὰ κορδώσω;
καὶ τὸ πνεῦμα μου στὰς χεῖρας τοῦ Κυρίου παραδώσω;
Εἶσαι ἄϋλος, ψυχή μου, καὶ τὴν ὕλην συντηρεῖς
κι' ὡς τοιούτη στὰ κεφάλια τῶν ἀνθρώπων δὲν χωρεῖς,
ἢ ἐξ ὕλης συγκειμένη πᾶσαν ὕλην κυβερνᾷς
καὶ τοὺς πόθους παροξύνεις καὶ τὰς σκέψεις μας γεννᾷς;
Ὅλα πρόβλημα καὶ γρῖφος κι' ὅλα λόγια στὸν ἀέρα...
ἔ! σοφοί, δὲν μ' ἀπαντᾶτε;... τὴν κακὴ ψυχρή σας μέρα.
Κι' ὅμως τόση βασιλεύει ἁρμονία θαυμαστή,
ποὺ κι' ὁ δύσπιστος πιστεύει κι' ὁ πιστεύων δυσπιστεῖ.