Νάφθας ἀτμοὺς ἀνέπνευσα κι' ἐμέθυσα καὶ εἶπα:
«γιατὶ σὰν κότα κάποτε κι' ἐγὼ νὰ μὴν κλωσσῶ,
καὶ νὰ μὴν ζοῦν οἱ ἄνθρωποι σὲ μιὰ καὶ ἄλλη τρύπα
καθὼς ἐδίδασκε ποτὲ ὁ κύριος Ρουσσώ;
Γιατὶ σ' ἐκεῖνο ποὺ σ' ἐμᾶς νομίζετ' εὐπρεπές,
ἀλλοῦ δὲν τὸ νομίζουν,
γιατὶ μὲ ὅσα λέγονται στὸν τόπο μας ντροπαῖς
ἀλλοῦ δὲν κοκκινίζουν;
Γιατὶ ὁπόταν ἔξαφνα ἡ σύνευνός σου πρήσκεται
καὶ εἰς ἐνδιαφέρουσαν κατάστασιν εὑρίσκεται,
μαζί της δὲν ἐντρέπεσαι νὰ βγαίνῃς στὸν περίπατον
κι' αὐτὴ θαρρεῖ τὸ φούσκωμα ἐγκαύχημά της ὕπατον;
Γιατὶ ὁπόταν λέγεσαι Ἡγούμενος Μονῆς
δὲν σ' ἐπιτρέπουν συνοδὸς κυρίας νὰ γενῇς,
καὶ μόνον ὅταν κλείνεσαι μονάχος στὸν ὀντᾶ σου
σεμνὴ ἐλέους ἀδελφὴ προσεύχεται κοντά σου;
Γιατὶ κι' ὁ μέγας Σολομών, ἀνὴρ καὶ νοῦ καὶ ρώμης,
πολλὰς Ρεβέκκας ἔτρεφε ὑπείκων εἰς τὸν Πλάστην,
ὁ δὲ Ἡλιογάβαλος τῆς περικλύτου Ρώμης
καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλαζε Ρωμαίαν καθ' ἑκάστην;
Γιατὶ ποτὲ δὲν ἔχομεν δι' ὅλα γνώμην μίαν
κι' ὅπως ἐγὼ δὲν σκέπτεται κι' ὁ νοῦς τοῦ Ὀττεντότου,
καὶ τὴν τιμήν μου θεωρεῖ ἐκεῖνος ἀτιμίαν,
κι' ὁ ἕνας λέγει τὸ μακρὺ κι' ὁ ἄλλος τὸ κοντό του;
Γιατὶ μ' αὐτὸ ποὺ σκέπτομαι δὲν συμφωνεῖ τὸ ἄλλο;
γιατὶ δὲν εἰναι φύλλα δυὸ καὶ πρόσωπα παρόμοια;
γιατὶ καθὼς ὁ Ἕρασμος νυχθημερὸν νὰ ψάλλω
εἰς τῆς μωρίας τὴν θεὰν μωρότατα ἐγκώμια;»
Καὶ μιὰ φωνὴ μ' ἀπήντησε «μὴν εἶσαι φαυλατᾶς,
κι' αὐτὰ στὸν κόσμο γίνονται γιὰ νἄχῃς νὰ ρωτᾷς».