ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Αὐτά, Νεότης μου, ποὺ λὲς κι' ἐγὼ καλὰ τὰ ξέρω
μὰ δὲν ἁρμόζουν εἰς ἐμὲ τὸν Μαθουσάλα γέρο.
Καὶ τ' εἶμ' ἐγώ; Δημόνικος ν' ἀκούω παραινέσεις;
καὶ Ἰσοκράτης εἰσαι σύ, Σεμτέλος, Μιστριώτης;...
καὶ ποῦ ἠκούσθη πώποτε στὰς ἀνθρωπίνους σχέσεις
νὰ γίνεται διδάσκαλος στὸ γῆρας ἡ νεότης;
Πίσω μου ἔλα, Διάβολε... δὲν θέλω συμβουλὰς
κι' ὅσα μοῦ καλονάρχησες ἀλλοῦ νὰ τὰ πουλᾷς.
Εἰς τὰς διδασκαλίας σου σὰν χάχας δὲν χαζεύω,
ἐγὼ ἐκακογέρασα, ἐγὼ γραφαῖς μαζεύω,
κι' ἀπὸ τῆς γῆς τὰ βάσανα σὲ λίγο θὰ γλυτώσω,
καὶ ἄφησέ με, ἀδελφή, στὸ χάλι μου τὸ τόσο.
Πίσω μου ἔλα, Διάβολε... δὲν θέλω συμβουλάς,
ἂς μαρανθῇ καθὼς ἐμὲ κι' ὁ κόσμος κι' ἡ Ἑλλάς.
Δὲν μεριμνῶ παντάπασιν περὶ φιλοπατρίας
καὶ ἦτον ὅλως περιττὸν τοῦ λόγου τὸ προοίμιον...
καὶ σύ, Νεότης, ἔγινες ὡς τὰς σοφὰς κυρίας
καὶ πήγαινε νὰ ἐγγραφῇς ες τὸ Πανεπιστήμιον.
Γιὰ μένα μαύρη φαίνεται καὶ στεῖρα κάθε γῆ,
δὲν θέλω νέον νὰ κυττῶ μὲ στόμφον νὰ κορδώνεται,
νὰ στρίβῃ τὸ μουστάκι του καὶ νὰ σεισοπυγῇ
κι' ὀλόκληρος σὰν ποντικὸς ἐμπρός μου νὰ λαδώνεται.
Δὲν θέλω γέρους νὰ κυττῶ, ποὺ κάποτε ἀσπρίζουν
καὶ κάποτε μὲ μιὰ βαφὴ σὰν τὴν σουπιὰ μαυρίζουν.
Δὲν θέλω πλέον νὰ κυττῶ τὰς ἐκλεκτὰς κυρίας
νὰ πιάνωνται νυχθημερὸν μὲ τὰς ὑπηρετρίας,
δὲν θὲλω τὰ φουστάνια των νὰ μὲ γεμίζουν σκόνη,
δὲν θέλω νἆμαι ἄγαμος, ἀλλ' οὔτε παντρεμμένος,
δὲν θέλω Ρήγας σπαθωτὸς ἐμπρός μου νὰ φουσκώνῃ
σὰν ἕνας γέρο-βάτραχος ἀπὸ νερὸ πρησμένος.
Δὲν θέλω τὴν νεότητα, δὲν θέλω καὶ τὸ γῆρας,
οὐδ' ἀρετὴν γερόντισσας καὶ νάζι ζωντοχήρας.
Κάθε στιγμὴ στὸ σῶμα μου φυτρόνει κι' ἕνας ρόζος,
κάθε στιγμὴ στὰ μάτια μου στειρεύει κι' ἕνα δάκρυ,
ἐγώ, καλέ, κατήντησα Ὀρλάνδος ὁ φουριόζος
καὶ πέρνω τὸν κατήφορο κι' ὅπου μὲ βγάλ' ἡ ἄκρη.
Δὲν θέλω τῆς νεότητος νὰ μ' ἐνοχλοῦν μελέται...
μακρὰν ὁ Ἐρωτόκριτος κι' ὁ Βέρθερος τοῦ Γκαῖτε.
Σ' ἐμένα πρέπει μιὰ θηλειὰ καὶ βούνευρα καὶ κνοῦτον,
θέλω νὰ φύγω ἀπ' ἐδῶ, ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον,
κι' εἰς ἀστρογείτονα βουνὰ μονάχος νὰ πετῶ,
στὰς Ἄλπεις, στὰ Οὐράλια, καὶ στὸν Λυκαβητό.
Ἐκεῖ ψηλὰ νὰ κάθωμαι σὰν γύψ καὶ ἀετὸς
καὶ ὅλην τὴν ὑφήλιον νὰ βρίζω προπετῶς,
στὰς κορυφὰς ὡς αἴλουρος κι' ἐγὼ ν' ἀναρριχῶμαι,
νὰ κελαϊδῶ σὰν τζίτζικας κι' ὡς λέων νὰ βρυχῶμαι,
προβιαῖς ἀρκούδας μαλλιαραῖς νὰ εἶναι σκέπασμά μου
καὶ μέσα σὲ φιδιῶν σπηλιαῖς νὰ γράφω τὄνομά μου.
Ἐκεῖ, ἐκεῖ νὰ κάθωμαι μακρὰν τῆς κοινωνίας
μὲ ἄρκτους μαύρας καὶ λευκὰς καὶ τίγρεις Ὑρκανίας,
τρελλοὺς νὰ πλέκω κἄποτε καὶ μανιώδεις ἔρωτας
μὲ κροταλίας θηλυκοὺς κι' ἀγρίους ρινοκέρωτας,
καὶ τεντωμένους ἀφελῶς στοῦ λέοντος τὴν χαίτην
νὰ γράφω περισπούδαστον κοινωνικὴν μελέτην.
Ἐκεῖ νὰ κάθωμαι μακρὰν τῶν μόχθων τῶν μυρίων
καὶ τώρα νἆμαι ἄνθρωπος καὶ ὕστερα θηρίον.
Κανεὶς τὴν κατοικίαν μου ποτὲ νὰ μὴ γνωρίζῃ,
μηδὲ νὰ μάθουν οἱ θνητοὶ πῶς ζῶ μακράν των ἔτσι,
κι' ὁπόταν πεῖνα κἄποτε τὰ μέσα μου θερίζῃ
μὲ τἄντερά τῆς τίγρεως νὰ κάνω κοκορέτσι.
Νὰ μὴ μοῦ φέρνῃ πυρετοὺς θερμὴ φιλοπατρία,
νὰ πολεμῶ ἀνήμερος μ' ἀνήμερα θηρία,
τὸ καύκαλό μου τὸ ξερὸ νὰ μοῦ τὸ ροκανίζουν
καὶ μὲ δοντιῶν τριξίματα νὰ μοῦ τὸ πριονίζουν,
ἀλλὰ κι' ἐγὼ τὸ αἷμα των νὰ πίνω αἱμοβόρρος
κι' ἀπὸ βρυγμοὺς καὶ βρυχηθμοὺς νὰ τρέμῃ κάθε ὄρος.
Ἀόρατος κι' ἀγνώριστος ἐκεῖ ἐκεῖ ἀπάνω
μὲ τὰ θηρία μου νὰ ζῶ, μ' ἐκεῖνα ν' ἀποθάνω·
καὶ ὕστερα ν' ἀναστηθῶ μετὰ χιλίους χρόνους,
νὰ δῶ ἂν θἆναι Βασιλεὺς καὶ τότε εἰς τοὺς θρόνους
ἂν στὴν Ἑλλάδα θὰ πεινᾷ πατριωτῶν πληθώρα
κι' ἂν γέρος θὰ μοῦ φαίνεται ὁ κόσμος ὅπως τώρα.
Τοιαῦτα στὸν καιρὸν αὐτὸν φαντάζομαι τῆς ὕλης,
οὐδ' ὀνειρεύομαι ζωὴν αὐτῆς ὡραιοτέραν,
δὲν θέλω δὲ νὰ λέγωμαι οὐδ' ἄρρην οὔτε θῆλυς,
ἀλλ' οὔτε εἰς κατάστασιν ν' ἀνήκω οὐδετέραν.
Θέλω νὰ εἶμαι κἄτι τὶ στῆς γῆς τὴν τρικυμίαν,
μὰ νὰ μὴν ἔχῃ ὄνομα είς γλῶσσαν οὐδεμίαν.
Καταλαβαίνεις τίποτα, Νεότης παπαρδέλα,
ποὺ στὰ καλὰ καθούμενα μοῦ κόλλησες σὰν βδέλλα;
Σιχαίνομαι τὰς ἀηδεῖς τοῦ βίου ποικιλίας,
μὴ μὲ θωρῇς ἀκίνητος καὶ σέρνεις τὰ μαλλιά σου,
μ' ἐπαραχόρτασες καὶ σὺ μὲ τὰς διδασκαλίας
καὶ πάρε τὰ βρεμμένα σου καὶ τράβα στὴ δουλειά σου.