Ἀρὰν κι' ὁ Φάουστ Φασουλῆς σκληρὰν παραληρεῖ!...
καταραμένον πᾶν καλὸν ἐπίγειον κι' αἰθέριον,
καὶ ὅ,τι ἐκ τοῦ σώματος ἡμῶν ἀποχωρεῖ
ὡς φωσφορῶδες, ὡς ὑγρόν, ὡς στερεὸν κι' ἀέριον.
Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
Κατάρα στὰ ἐμδύματα τὰ μέσα καὶ τὰ ἔξω,
στὰ κοντοβράκια, στ' ἀντεριά, στῇς δανεικαῖς βελάδες,
ποὺ δὲν μπορῶ χωρὶς αὐταῖς εἰς τοὺς χοροὺς νὰ τρέξω
κι' εἰς ὅ,τι ἄλλο τὸ κορμὶ τὸ βάζει σὲ μπελάδες.
Καταραμένον τρεῖς φοραῖς παντὸς σκοποῦ τὸ τέρμα,
κατάρα σ' ὅλα τὰ ξυνά, στῇς ζάχαραις, στὰ κάντια,
κατάρα σ' ὅλα οἱ γιατροὶ μᾶς προσκολοῦν στὸ δέρμα,
βεντούζαις, καταπλάσματα, τσιρότα, βυζικάντια.
Καταραμένος ὁ χορός, ἡ μουσική, τὸ μέλος,
ὅ,τι γεννᾷ παροξυσμὸν κι' ἐρεθισμὸν μᾶς φέρνει,
καταραμένοι ὅλοι σας, καταραμένον τέλος
ὅ,τι μᾶς δίνει τὴν ζωὴν καὶ ὅ,τι μα τὴν πέρνει.
Κατάραν εἰς τὰ Σύμπαντα καθὼς ὁ Φάουστ ψάλλω...
βαρδᾶτ' ἐμπρός... θὰ γυμνωθῶ... τὰ ροῦχα μου θὰ βγάλω...
Ἐγὼ ἀπὸ γυμνότητας καθόλου δὲν ξυππάζομαι
κι' οὔτε μὲ φύλλα τῆς συκῆς σὰν τὸν Ἀδὰμ σκεπάζομαι.
Βαρδᾶτ' ἐμπρός... θὰ γυμνωθῶ... ἐλᾶτε, ἀνατόμοι,
νὰ κατακομματιάσετε τὰ μέλη μου τἀκέραια...
ἂς ἀκουσθῇ καὶ δι' αὐτὰ ἡ πάνσοφός σας γνώμη
καὶ τἄντερά μου Δουκισσῶν ἂς γίνουν περιδέραια.
Βαρδᾶτ' ὅλοι ἀπ' ἐμπρὸς γιαὐτὸ θὰ πάρω δρόμο...
βαρδᾶτε κι' ἀφηνίασα, μοῦ ἦλθαν τὰ φεγγάρια,
καὶ μὲ χαϊδεύουν Ἐρινῦς καὶ Μάγισσαις στὸν ὦμο
μὲ φίδια στὸ κεφάλι των, σκορπιοὺς καὶ σαλιγκάρια.
Βουνὰ καὶ ὄρη δρασκελῶ, κοιλάδας, βράχους, λόγγους,
ἀκούω γέλοια γύρω μου μ' ἀλλαλαγμοὺς καὶ βόγγους,
κι' ἀντιλαλοῦν σκουξίματα «συλλάβετε τὸν γέρο»
κι' ἐγὼ στιγμὴ δὲν σταματῶ, μὰ ποῦ τραβῶ δὲν ξέρω.
Σὰν τοῦ Μαζέπα τἄλογο πηγαίνω στὰ τυφλά,
σφαλῶ ταὐτιά μου στὴ βοὴ καὶ στῆς βροντῆς τὸν κρότο,
κι' αἰσθάνομαι τὰ γένεια μου νὰ μοῦ τὰ τσουρουφλᾷ
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ βαρὺ καὶ φλογισμένο χνῶτο.
Κατάρα καὶ ἀνάθεμα!... εἰς ἕνα κόσμον φθάνω,
ποὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν φυσοῦν φαρμακωμένα χνῶτα,
ἀλλ' ἕνα χέρι ἔξαδνα, πρὶν λίγο ν' ἀνασάνω,
μὲ σφονδυλίζει ἀπ' ἐκεῖ στὸ χάος ὅπως πρῶτα.