1ΜΕΤΑΚΑΛΕΣΑΣ με δι΄επιστολής προς τους γονείς μου πλησίον του ο κατ΄εκείνην την εποχήν τον έμπορον εν Βιέννη της Αυστρίας μετερχόμενος αυτάδελφός μου Κωνσταντίνος, ο καθ΄όλον του τον βίον εν τω ναώ του υμεναίου μη εισελθών, εκρίθη αναγκαίον υπό των γονέων μου κατάλληλος να παρουσιασθεί συνοδεία από Καστορίας μέχρι Βελιγραδίου της Σερβίας. Τινές εκ των εμπόρων και βιομηχάνων συμπολιτών μου, δια να εξασφαλίσωσι τη ζωήν των κατ΄ εκείνην την φρικαλέαν εποχήν εκ της μανίας των Αγαρηνών, απεφάσισαν να εγκαταλείψωσι τας εστίας των και να μεταβώσιν εις χώραν την ζωήν και την τιμήν του ανθρώπου περί πολλού ποιουμένην.
«Άγε, φίλον τέκνον, εις την ευχήν του θεού. Σοι δίδω τον τελευταίον ασπασμόν και την μητρικήν ευχήν μου, διότι, προαισθάνομαι, δε θα σε ξαναϊδω πλέον».
2Η χώρα την οποίαν από Καστορίας διατρέξαμεν, ωμοίαζε με τας αγρίας της Αφρικής ερημίας· η εικόνα αυτής, άχαρις και δυσειδής την όψιν, παρίστα την τρισαλγή και αυτών των αψύχων όντων την κατάστασιν, εις την οποία χείρ εξολοθρευτική τα έφερε. Ψυχήν ζώσαν καθ΄ άπασαν την οδοιπορίαν μας εν τω υπαίθρω δεν συνηντήσαμεν. Οι εγχώριοι κατ΄εκείνην την βαρυστένακτον εποχήν, από φόβον μη εξερχόμενοι των οικιών των δια τας ανάγκας των συναντηθώσι μετά των αιμοβόρων θηρίων της εξουσίας και απολέσωσιν μαρτυρικώς το ζην, διήγον έγκλειστοι εις τας σκοτεινάς γωνίας των. Προερχόμενος δε τις εκ Καστορίας διέρχεται δια των λειψάνων της αρχαίας πόλεως Ηρακλείας, ½ περίπου ώραν απεχούσης εκ Μπιτολίων, την οποίαν κατέστρεψαν οι Γότθοι. Μέσω της πόλεως Μπιτολίου ρέει ο ποταμός το πάλαι Όσφαγος, νυν δε Δραγόρι καλούμενος. Ακολουθών ο οδίτης την βορ. ανατ. οδόν εις Πρίλαπον (βυζαντινή ονομασία, νυν Περλεπές καλουμένη) συναντά εν αποστήματι 1 ½ ώρας εκ Μπιτολίων παρά τας όχθας του ποταμού Εριγώνος, το νύν Τσέρνα (Μέλας) καλουμένου την θέσιν της ιστορικής πόλης Δερριόπου, το πάλαι γνωστής δια την συγκροτηθείσαν πέριξ αυτής μάχην (εννοεί το 169 π.Χ) του βασιλέως της Μακεδονίας Περσέως και του αρχηγού των Ρωμάνων Αιμιλίου Παύλου Λευκίου. Εγώ ως πρωτόβγαλτο πτηνόν εκ της γονικής κοιλίας, είχον προσηλωμένον τον νουν εις τα επιλευσόμενα και την διάνοιαν εις τά υπό του ηλίου φωτιζόμενα της χώρας αντικείμενα, την οποίαν προυτιθέμεθα να διατρέξωμεν. Οι συνοδίται μου, άφωνοι ως οι ιχθείς, έντρομοι υπέρ το δέον και κεκυφότες, ταπεινώς συνέστελλον και αυτόν της αναπνοής των το ελάχιστον ήχον, από φόβον μήπως αναδύσωσιν εκ του Ταρτάρου οι Άρπυιαι και τους καταφάγωσιν. ΄Εκαστον κίνημα φύλλου, πας μακρόθεν προερχόμενος κρότος ρυάκων, κάθε πάταγος κλάδου και η εκ συγκυρίας κατάπτωσις λίθου εκ βράχων ανώρθωνε τας τρίχας της κεφαλής των και τους απέλπιζεν. Ούτως ηθικώς διετέλουν καθ’ άπασαν την οδοιπορίαν μας μέχρι των σερβικών ορίων. Εγώ δε παις δωδεκαετής κατ΄εκείνην την εποχήν δεν ηδυνάμην να εξηγήσω της τοιαύτης βαρυθυμίας το αίτιον, αφού όμως αφίχθημεν εν Βελιγραδίω και μας υπεδείχθησαν υπό Χριστιανών οι τόποι των καρατομιών και της αγχόνης των δεσποτών, πρωτοσυγκέλων, προυχόντων και άλλων ευυπολήπτων προκρίτων Χριστιανών, τότε εννόησα το μέγα πένθος τον οποίον ενέσκηψεν και εις την χώραν εκείνην και τους συνοδίτας μου και ελύθη ο γρίφος της απορίας μου. Η άνω μνησθείσα πόλις πανομοιοτάτην παρίστανεν εικόνα με των εν Τουρκία πόλεων, διότι εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς της υπήρχε και ολόκληρος τουρκική συνοικία. Ο τότε ηγεμών Μιλόσης από μίσος προς τους Αγαρηνούς είχε στήσει τον θρόνo του εν τη δευτερεούση της Σερβίας, την Κραγογιεότζαν, και αποφεύγων την μετά του φρουράρχου πασά συνάντησίν του, διηύθυνθε μακρόθεν και κατά βούλησιν τα της ηγεμονίας. Άλλο δε τι περιεργίας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σαύα. Αι αγυιαί της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως, εισίν ακάθαρτοι και ελλεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοι αυτών ταπεινοί και δουλόφρονες. Ιδού εν ολίγαις γραμμαίς η τότε εικών της πόλεως Βελιγράδι.
3Η Σερβία είναι μία χώρα φτωχή κι΄αγροτική την οποίαν η φύσις με απέραντα δάση επροίκισεν, αλλά δεν εκόσμησε με τα μυρίπνοα και περικαλλή άνθη του Ελικώνος, αλλά ούτε με τας ποητικάς δάφνας του Παρνασσού. Εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς άλλο τι περιεργείας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σάβα. Αι αγιυιαί (σοκάκια) της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως εισίν ακάθαρτοι και ελεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοί αυτών ταπεινοί.
Τρεις μέρες διαμονής στο Βελιγράδι διαδέχονται 40 στη Ζέμονα, όπου ο Ναούμ κλεισμένος στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης εξαιτίας της επιδημίας που μάστιζε την ανατολή, αγωνίζεται να βρει χρήματα για το ταξίδι ως την Πέστη. Ένας έμπορος απ΄τη Νύσσα, φίλος του αδελφού του Κωνσταντίνου, τον βγάζει απ΄τη δυσκολία. Στην Πέστη τα πράγματα έρχονται βολικά: μέσα στο «καφενείο των Γραικών» ο Ναούμ βρίσκει τον καστοριανό Γεώργιο Δράσκα, άνθρωπο που θα προσφέρει στο νεαρό ταξιδιώτη, εκτός από τις στοργικές φροντίδες, και την ευχαρίστηση ν΄ακούσει «την γλυκείαν φωνήν της μητρικής γλώσσης».
3Την επαύριον συμφωνήσας μισθωτήν άμαξαν ο συμπολίτης μου (εννοεί το Γεώργιο Δράσκα) μέχρι Βιέννης, επρομήθευσε και την καθ΄οδόν ζωοτροφίαν μου (τα τελείως δηλ. απαραίτητα για απλή επιβίωση) συνισταμένην εξ ολίγου ψητού κρέατος, τυρού και άρτου, και μ΄ έδωκε με ελληνικά γράμματα γεγραμμένας επί μιάς κόλλας χάρτου τας δύο ταύτας γερμανκάς λέξεις:Wasser (ύδωρ) και Brot (άρτος), δια να μοί χρησιμεύσωσιν εις τας ανάγκας μου, και μοί είπεν ότι ελάλησεν τα δέοντα μετά του αμαξηλάτη περί της νυκτερινής μου αναπαύσεως. Μ΄είχε δώσει δε και δι΄έξοδα του δρόμου τεσσαράκοντα κραϊτζάρια. Οι συνταξιδιώται μου ήσαν: εις κύριος και τρία κοράσια. Εγώ ενδεδυμένος τον ιματισμόν της πατρίδος μου μέγαν ωφλίσκανον γέλωτα δι΄αυτούς, τους κατά πρώτην φοράν εις την ζωήν των τα αποφώλια ιδόντας (εννοεί λες και βλέπανε ξένο πρώτη φορά). Συνεγέλων κι 'εγώ μετ΄αυτών χωρίς να γνωρίζω δια τι. Τέλος μετά οκτάωρον καρκινικήν αμαξηλασίαν αφίχθημεν εις το πρώτον νυκτερινόν σταθμόν (τρεις ήσαν από Πέστης μέχρι Βιέννης και σήμερον δηλ. το 1871 δια της σιδηροδρομίας εις οκτώ ώρας-εννοεί αντί τριών ημερών καρκινικής αμαξηλασίας- διανύεται το διάστημα εκείνο. Εγώ προσηλωμένον τηρών τον νουν επί της εν Πέστη δοθεισών μοι οδηγιών, άμα κατήλθον της αμάξης, έλαβον σκοπού θέσιν κατέναντι της θύρας του ιπποστασίου, όπως μη εξέλθη της οράσεώς μου ο αμαξηλάτης. Αφού δε ο μνησθείς αμαξηλάτης εξοικονόμησε και περιποιήθη τους ίππους του, η δε ώρα του ύπνου είχε σημάνει, μ΄έκανε το συνθηματικό νεύμα εκ της θύρας του ιπποστασίου. Εγώ δε ιδών εκείνο εννόησα πάραυτα οποία τύχη με περίμενεν. Αλλά που γλώσσα προς συνεννόησιν και που χρήματα προς μίσθωσιν δωματίου! Ηκολούθησα λοιπόν εκών αέκων (θέλοντας και μη) τον αμαξηλάτην, ο οποίος εισαγαγών με εν τω ιπποστασίω μοί υπέδειξεν δια της χειρός ύπνου θέσιν εν μέσω δύο σειρών ίππων. Τι ποιητέον δε εν τοιαύτη περιπτώσει; Ουδέν άλλο βεβαίως ειμή μεθ΄υπομονής υποφερτέον. Ακολούθως προσευχήθην μυστικώς κατά παραγγελίαν της σεβαστής μητρός μου και κατεκλίθην εν τη υποδειχθείση μοι θέσει.
Λίγο αργότερα ο Ναούμ βρίσκεται στη Βιέννη, όπου δέχεται τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις του γνωστού Καστοριανού Δημητρίου Μπετλή που ήταν εξουσιοδοτημένος από τον αδελφό τού συγγραφέα που θα κρατήσει το νεαρό φιλοξενούμενό του στη πρωτεύουσα των Αψβούργων 15 ολόκληρες ημέρες.
«Τί ο αναπτυγμένος νους του ανθρώπου δεν κατορθώνει! Και εις το σκότος μένει εν Τουρκία ο άνθρωπος κεκλεισμένος! Δεινόν η αμάθεια και πολλών κακών αιτία».
Μολοταύτα η μνησθείσα 15ήμερος διατροφή μου εν Βιέννη είχε τι το ωφέλιμον δι΄εμέ, διότι εγνώρισα εν πρώτοις πολλούς εκ των φίλων του αδελφού μου και ιδίως τον περιλάλλητον ιατρόν Δημήτριον Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον οποίον η τύχη ουδέποτε εκολάκευσεν. Αναφέρω εντάυθα και εν εκτων αστείων ανεκδότων του ανδρός ως ευφυές: Συναντηθείς ποτε επί του προμαχώνος της Βιέννης μετά του βαρώνος Γ. Σίνα, ηρωτήθη παρ΄αυτού: «Τι λαλείτε σεις οι Γρακοί εν τω καφενείω σας;» Ο Μπασιώτας απήντησεν: «Έχομεν καιρόν οπού τζακίζομεν τας κεφαλάς μας να εξηγήσσωμεν ακατάληπτό τι φαινόμενον και δεν δυνάμεθα». «Και ποίον τούτο;» τον ηρώτησε ο βαθύπλουτος Σίνας. «Όσον ο Σίνας, απήντησεν ο ερωτηθείς, χωρεί προς ύψη, τοσούτον ο Μπασιώτας καταπίπτει εις το βάθος». Γελάσας ο συμπατριώτης Σίνας δια την πνευματώδη απάντησιν του Σιατιστέως, ηκολούθησεν αντιθέτως τον περίπατό του.
Μετά τη Βιέννη η Πράγα είναι ο επόμενος σταθμός. Μια συστατική επιστολή του Δ. Μπετλή προς τους αδελφούς Βελδάρη, εξασφαλίζει στον νεαρό ταξιδιώτη φιλοξενία και συμπαράσταση.
4Δια να μοι διευκολύνωσι την ανεύρεσιν της εν Λειψία οικίας του κ. Θεοχάρη και δι΄αυτού την του αδελφού μου, έγραψαν οι αδελφοί Βελδάρη ολίγας γραμμάς γερμανιστί επί χάρτου των οποίων η έννοια είχεν ούτω πως: «Παρακαλείται ο αναγνώστης του παρόντος να καταδείξη εις τον επιφέροντα αυτό την οικίαν του Θεοχάρη» και ούτω την επαύριον ανεχώρησα δια Δρέσδη, την πρωτεύουσα της Σαξωνίας. Περί λύχνων αφάς αφίχθημεν, μετά διήμερον εκ πράγας αμαξηλασίαν εις την πρωτεύοyσαν της Σαξωνίας Δρέσδην.
Εν Δρέσδη πνέει καθαρός της αρετής
αέρας
Λαμπρύνεται με ηθική ο ήλιος της ημέρας.
Κατέλυσα δε εν τη μνησθείση πρωτεούση εν τινι ξενοδοχείω κατέναντι της ταχυδρομικής διευθύνσεως των αμαξών, ένθα περί την ώραν του δείπνου εισήλθον εις την αίθουσαν του εστατουρίου δια να γευθώ. Άμα δε έλαβον θέσιν παρά τη τραπέζη, μ΄ επαρουσίασεν ο υπηρέτης του ξενοδοχείου, κατ΄ευρωπαϊκήν συνήθειαν, τον κατάλογον των φαγητών, υπολαβών με κάτοχον της γερμανικής διαλέκτου. Εγώ δε έθεσα χωρίς να γνωρίζω τον δάκτυλόν εφ΄ενός εκ του καταλόγου των φαγητών και ανέμενον την θαυματουργίαν της τύχης μου και, ώ του θαύματος! βλέπω μετ΄ολίγον τον υπηρέτην και μου παρουζίαζε πέρδικαν εψημένη.
Τί κακόν εις ξένην χώραν, χωρίς γλώσσαν
να κινήσαι
Να μή σ΄ εννοή ο κόσμος τι ζητείς, να
ενοχλήσαι.
5 Πέμπτη ήτον η ημέρα της εβδομάδος και του μηνός Οκτωβρίου 1822 και η έκτη ώρα της πρωίας, ότε ο θυρωρό της μνομονευθείσης ελληνικής οικίας μ΄ανεβίβασεν εις το τρίτον πάτωμα αυτής, εν τη οποία εκατώκει ο κ. Θεοχάρης.Εισελθών δε εν τω δαματίω του, είδον άνδρα λευκοπώγωνα και σεβαστόν, καθήμενον εν νυκτερινοίς ιματίοις επί ανακληντηρίου και αναγιγνώσκοντα εφημερίδα. Αφού δε δια της κλίσεως της κεφαλής και των συνήθων λέξεων: «Καλή ημέρας σας», τον εχαιρέτησα, μου προσφώνησε το : «Βρε, Καλώς το της Καστορίας το φυδάνι! Συ είσαι Ο Παναγιώτης, ο αδελφός του Κωνσταντίνου;» «Μάλιστα», απήντησα. «Τον γνωρίζεις;» προσέθηκεν ο κύριος Θεοχάρης. «Μόνον εξ ονόματος, εξ ακοής και εκ επιστολών του προς τους γονείς μας», απεκρίθην, «διότι όταν εγκατέλιπε την πατρίδα εγώ δεν ήμην γεννημένος». «Περίμενον λοιπόν ολίγον», ηκολούθησεν ο σεβαστός γέρων, «και θα τον γνωρίσης αμέσως». Είτα...