1Η από πόλεως εις πόλιν μετάβασις των Χριστιανών, κατ΄εκείνον το χρόνον, ήτον αυστηρώς απηγορευμένη υπό της εξουσίας, από φόβον μη η μάχιμος νεολαία των Ραγιάδων, εγκαταλείπουσα κρύφα της διαμονής της τον τόπον, μεταβή εις τας τάξεις και την επίτρεψιν από μέρους της Αυστρίας εις τα λείψανα αυτής το να διέρχωνται ακωλύτως την χώραν της επανερχόμενα εις την πατρίδα των, της οποίας οι επαναστατικοί κρατήρες μύδρους φλογερούς και πυρά θανητοφόρα εκσφενδόνιζον κατά των τυράννων, πολλοί των επαναστατών Ελλήνων της Βλαχίας στρατιώται, εν αθλιεστάτη καταστάσει διήλθον δια Λειψίας, όπως μεταβώσι δια της Ιταλίας εις Ελλάδα. Τα έτη 1822 και 23 ήσαν τα πλέον σπαραξικάρδια δια τους εν Λειψία διαμένοντας ομογενείς, το μεν να βλέπωσι την οικτράν κατάστασιν των γενναίων προμάχων της ελευθερίας μας, το δε να μη δύνανται, ως επεθύμουν, να παρέξωσιν εις αυτούς την απαιτουμένην περίθαλψιν. Συνεισφοραί ενεργούντο παντοχόθεν και εν τη άνω Γερμανία υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων, κι κάλαμοι ενθουσιώδεις και συμπαθείς, να ηλεκτρίζωσι τας ψυχάς των Χριστιανών της πεφωτισμένης Ευρώπης υπέρ των σφαζομένων αδελφών μας υπό των Αγαρηνών. Πρώτος εν Λειψία ο φιλέλλην καθηγητής Κρύγιος {Krug} 'ηναψε δια του ενθουσιασμού τη δάδα εις τας καρδίας των συμπατριωτών του, ήτις πολλά των Ελλήνων εθέρμανε σώματα και έσωσεν αυτά εκ των οδόντων της απωλείας.
2Παρά του Δημητρίου Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον περιλάλητον ιατρόν, και βραδύτερον παρά του αδελφού μου Κωνσταντίνου εν Λειψία ήκουσα το ακόλουθον διήγημα:
Κατά το έτος 1787, αν δεν απατώμαι, διέτριβον κατά συγκυρίαν εν τη πρωτεούση της Βλαχίας ό τε Ρήγας Φερραίος και ο εκ Κωνσταντινοπόλεως ποιητής Κάλφογλου. Προσκληθείς δε ο δεύτερος εν ώρα χειμώνος υπό του ηγουμένου ου μακράν του Βουκουρεστίου κειμένης μονής, να διέλθη εν αυτή τας ημέρας των Χριστουγέννων και αποχαιρετήσας τον φίλον του απήλθεν. Ο Χειμώνας κατ΄ εκείνο το έτος είχεν ενσκήψει βαρύς και διαρκής, η δε πληθύς της χιόνος είχε διακόψει την συγκοινωνίαν της πόλεως μετά των πέριξ μερών. Ο Ρήγας γιγνώσκων καλώς τά της εν λόγω μονής και ότι τά προς το ζην αυτής επιτήδεια δεν εδύναντο επί χρόνου μακρού να επαρκέσωσι προς συντήρησιν των μοναχών, μεριμνών δέ ιδίως και συμπαθώς υπέρ του φίλου του Κάλφογλου, ηγόρασε ποσότητα τροφίμων και εμβαλών αυτήν εντός σιδηροστεφάνου βαρελίου προσεκάλεσεν επ΄αδρώ μισθώ τρεις αχθοφόρους Βλάχους να το μετακομίσωσιν εις την μνημονευθέισαν μονήν. Οι αχθοφόροι τω ηρνήθησαν την υπηρεσίαν προβάλλοντες το άβατον της οδού εκ της πολλής χιόνος. Τότε ο Ρήγας τεθείς επί κεφαλής του εγχειρήματος, αφού πρώτον κατέδειξεν εις τους μισθωτούς τον τρόπον της μετακομίσεως των τροφίμων εις την μονήν, ήρξαντο ούτοι να κυλίωσι το βαρέλι του οποίου το βάρος παγίαν και στερεάν διεχάραττεν οδόν και ούτω μετά πολύωρον οδοιπορίαν αφίχθησαν άπαντες εις το τέρμα του σκοπού των.Ο Κάλφογλου ώρας πολλάς παρέμεινεν εν τη θυρίδι του δωματίου του δια να περιεργάζεται την σοβαράν εκείνην και καταπληκτικήν εικόνα του χειμώνος. Αίφνης ανακαλύπτει μακράν του ορίζοντος αλλόκοτόν τι θέαμα και λαβών εις χείρας το τηλεσκόπιον είδεν ότι ήσαν τέσσαρες άνδρες κυλίοντες βαρέλι (sic) πρός τήν μονήν. Προσεκάλεσεν δε ακολούθως εις το δωμάτιόν του τον φίλον του ηγούμενον, ίνα ίδη το φαινόμενον. Εν τούτοις προσεγένετο αδιαλείπτως τη μονή το κινητόν εκείνο όραμα και μετ΄ου πολύ διέκρινεν ο ποιητής τον φίλον του Ρήγαν. Νοήσας δε παραχρήμα το τολμηρόν και επικίνδυνον εγχείρημα του φίλου του, συνάμα δε και τον σκοπόν αυτού, έσπευσεν εις απάντησιν των ερχομένων με πλήρεις θαλερών δακρύων οφθαλμούς και με το ακόλουθον προσφώνημα:
Ο Θεός οπόταν θέλη
Για τά άπειρά του τέλη
Έξαφνα τον Ρήγα στέλλει
Μ΄ένα τεχνητόν βαρέλι.