CADA PIEZA VIVE EN UNA DIRECCIÓN · NADA VIVE EN UNA SOLA SALA  

PoetósferaLa BibliotecaΡόμπερτ Μπράουνινγκ

Ρόμπερτ Μπράουνινγκ · Modernismo

Σαούλ

griego

Αʹ.
Ὁ στύλος εἶναι ὁ μεσινὸς πλατύκορμος κι’ ὁλόρθος
ποῦ τὸ παβιόνι ἀναβαστᾷ, κι’ ἀργὰ στὰ βλέμματά μου
κατὰ τὸ στύλο ἀκκουμπιστὴ γιγάντια μεγαλόνει
πλειὸ μαύρη ἀπ’ ὅλα μιὰ μορφή. Μι’ ἀχτίδα ἡλιοῦ κατόπι
τρυπᾷ τῆς τέντας τὴ σκεπὴ καὶ τὸ Σαοὺλ μοῦ δείχνει.
Δʹ.
καὶ φόβους πὤδοσε κ’ ἐμᾶς, δηλῶντας πῶς εἰμάστε
τέκνα του ἐδῶ κεῖνα κ’ ἐμεῖς, ὅλα οἰκογένεια μία.
Ζʹ.
μούσκουλο ἀσπέδιστ’, ὅλα μας τὰ νεῦρα τεντωμένα!
Ἄγριες χαρὲς πὤχ’ ἡ ζωή! Τὸ πήδημ’ ἀπὸ βράχο
σὲ βράχο, τὸ ξεσπάσιμο τὸ στανικὸ τῶν κλώνων
τοῦ πεύκου, τ’ ἀργυρόηχο χτύπημα κρύο βουτῶντας
στῆς λίμνης τὰ ὁλοζώντανα νερὰ καὶ τῆς ἀρκούδας
τὸ σπήλιο κα`ι ἡ κουφόβραση, σημάδι πῶς ὁ λιόντας
μὲς τὴ μονιά του κοίτεται· καὶ τὸ φαγεῖ, κ’ οἱ πλούσιοι
χουρμάδες μὲ χρυσόσκονη θεϊκιὰ κιτρινισμένοι,
καὶ τῶν μαστάκων μουσκευτὴ μὲς τὸ κουροῦπ’ ἡ σάρκα,
καὶ ἡ πλέρια ρουφηξιὰ κρασὶ καὶ τὸ κοιμῆσι μέσα
σὲ στεγνωμένες ρεματιές, ὅπου οἱ βουρλὲς διηγοῦνται
πῶς πρὶν καλά, χαϊδευτικὰ συνείθιζαν νεράκια
νὰ μουρμουρίζουν. Τί καλὴ ποῦ ’ναι ζωὴ τ’ ἀνθρώπου,
ἡ καθαυτὸ ζήση καὶ πῶς ἐπιταυτοῦ πλασμένη
καρδιά, ψυχὴ καὶ αἴστησες γιὰ πάντα ν’ ἀφιερόνῃ
μεταχαρᾶς! Ἀγάπησες τ’ ἄσπρα σγουρὰ τοῦ γέρου
πατέρα σου, ποῦ ἐφύλαξες τὴ σπάθη σου, ὅταν κεῖνος
σ’ ἔστειλ ἐμπιστεμμένον του μὲ τὰ φουσάτα του ὅλα,
γι’ ἀντιμοιριὰ τρισένδοξη; Καὶ τ’ ἄσαρκα εἶδες χέρια
τῆς μάννας σου, ποῦ τά ’σκονε, σύντα τριγύρω ἐλέγαν
κεινοῦ ποῦ ἀράδα ἐμίσεψε τὸ σιγανὸ τραγοῦδι;
καὶ ἄκουσες τὴν ἀτάλικη λαλιά της, σὰ μποροῦσε,
στὴ μαρτυριὰ νὰ σμίγεται, «Ἄς μολογήσῃ κι’ ἄλλος,
πὤζησα, ποῦ εἶδα τοῦ Θεοῦ τὸ χέρι ἐπιζωῆς μου,
κι’ ὅλα γιὰ τὸ καλύτερο»; Κατόπι ἐτραγουδῆσαν
ἀνάμεσα στὰ δάκρυα τους καὶ στὸν τρανὸ θρίαμβό τους
ὄχι πολὺ μὰ ὅ,τι ἔμενε. Τ’ ἀδέρφια σου θυμᾶσαι
βοήθεια καὶ συνέρισμα, τὸ δούλεμα, οὗθε ἐβγῆκε
κάτι ὅμοιο σὰν ἀπ’ τὰ τζαμπιὰ ποῦ βράζουν στραγγισμένο
βγαίνει τὸ σπίρτο λαγαρό; Τοὺς φίλους σου τῶν χρόνων
τῶν παιδικῶν, ἀπαντοχὴ καὶ θιαμασμὸ γεμάτων,
τοτεσινὰ ταξίματα κ’ ἐρχάμενη εὐλογία
παρέκει ἀπ’ ὅσο θὰ μπορῇ τὸ μάτι νὰ ξανοίξῃ,—
ὣς ποῦ, γιὰ ἰδές, μεγάλωσες μονάρχης καὶ δικός σου
ἔγινε ὁλόκληρος λαὸς κι’ ὅλα μαζὶ τὰ δῶρα,
ποῦ ὁ κόσμος δίνει χωριστά, σ’ ἕνα κεφάλι ἐσμίξαν,
σ’ ἕνα κεφάλι ὅλ’ ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀγάπη
καὶ ἡ ὀργή (σὰν κοιλοπόνεμα ποῦ τὸ βουνὸ σπαράζει
βοηθῶντας το στὴ γέννα του καὶ κάνει τὸ χρυσάφι
νὰ βγῇ) φιλότιμο ψηλὸ καὶ κατορθώματ’ ἄξια,
ποῦ τὸ περνοῦν, φήμη λαμπρή, ποῦ τοῦτα στεφανόνει,
ὅλα ἑνωμένα σὲ μιανοῦ τὴν κεφαλὴ ξαστράφτουν,
τοῦ βασιλέα τοῦ Σαούλ!»
Ιʹ.
λάλημα κι’ ἅρπα τοῦ Σαοὺλ ὑπερυψόναν ὄξω
ἀπὸ τὴν πίκρα τ’ ὄνομα καὶ τοὺ Σαοὺλ τὴ φήμη
στὸ φῶς ἐκράζαν νὰ χαρῇ, ποῦ γι’ αὐτὸ ἐπλάστη κι’ ὅπως,
νὰ πῶ κοτάω, σὰν ὁ στρατὸς τοῦ Ὑψίστου στῆς λατρείας
τὴν ἔκσταση τὴν τάξη του χαλνάει καὶ μὲς τ’ ἁμάξια
τὰ Χερουβεὶμ ἀνηφοροῦν ἀνάερα — φωνάζω
«Σαοὺλ» καὶ στέκομαι τὸ τί θὲ νἄρθῃ καρτερῶντας.
Τότε ὁ Σαοὺλ ποῦ ἀκκουμπιστὸς κρεμότουν ἀπ’ τῆς τέντας
τὸ σταυρωμένο στύλωμα στὴ μέση, ἀπ’ τ’ ὄνομά του
ἐκρούστηκε. Εἴδετε ποτέ, σὰν πάει σαϊτεμένο
τὸ κράξιμο τῆς ἄνοιξης ὁλόϊσα στὸ σημάδι,
κάποιο βουνό, ποῦ ὕστερο σ’ ἐκείνη ἀντιστεκότουν
κ’ ἐκράταε (μόνο του, γιατὶ γελοῦσαν τὰ λαγκάδια
πολύανθα κ’ ἐλεύτερα) στὰ πέτρινα, πλατυά του
στήθη δεμένα μιᾶς χρονιᾶς γιὰ θώρακα τὰ χιόνια,—
ξάφνου τὸ σάβανο ἀπολνᾷ, ποῦ δίπλες δίπλες κάτω
στὰ πόδια του σωριάζεται μὲ τῆς βροντῆς τὸ βόγγο,
καὶ νά, προβάλλει ἀντίκρυ σας ξερὸ καὶ μαυρισμένο
μὰ ζωντανὸ τὸ παλαιὸ βουνό σας, μὲ σκισμάδες,
κληρονομιά, ποῦ τ’ ἄφησαν αἰῶνες τῶν αἰώνων
μὲ κάθε μάλιστα πληγὴ ποῦ ἐπῆρε πολεμῶντας
τὲς μάχες σας, ζαρώματα, κοψιὲς στὴν κεφαλή του
ποῦ ἐβάσταε ἀνάμεσα σ’ ἐσᾶς καὶ στὴν ἀνεμοζάλη—
γειά τους, χαρά τους, νά τα ἐκεῖ ξαναφαντάζουν ὅλα,
καὶ ἡ πρασινάδα ἡ μαλακιὰ θὰ τ’ ἁπαλύνῃ πάλε,
πάλε φωλιὲς περιστεριῶν θὲ νὰ καλῇ, χορτάρι νὰ βοσκήσῃ
τὴ γίδα μὲ τὰ ἐρίφια της ὅταν πληθύν’ ἡ λάβρα
τὸ καλοκαῖρι. Τράνταγμα, ποῦ ἐδούρησε πολληώρα
τὴν τέντα ὁλόβολη ἔσεισε, ποῦ ἐγκλίγκλισε κι’ ὁ ἀέρας—
καταλαγιάστη κ’ ἔπαψε στερνά, σὰν ὀμπροστά μου
στὸν ἑαυτό του ὁ βασιλιᾶς ἐλεύτερος ἐστήθη.
Τί ἐπέρασε, τί ἀπόμεινε; Ν’ ἀδρασκελήσῃ ἀκόμα
ὅσα ἀπὸ τὴν ἀπελπισιὰ χωρίζουν τὴν ἐλπίδα.
Εἶχε μακρύνῃ ὁ θάνατος μὰ ὄχι ἡ ζωὴ ξανάρθῃ.
Ἐκαρτεροῦσ’ ἔτσι. Κ’ ἐμπρὸς στὸ μέτωπό του ἐκράτει
γιὰ κάμποσο τὸ χέρι του τὸ ἴσιο κ’ ἐβοηθοῦσε
τὰ μάτια, π’ ἄδεια ὁλότελα τοῦ εἶχαν ἀπομείνῃ,
νὰ ματαστείλουν σύνωρα στὸν τόπο του ὅ,τι νέο
ἤθελε μέσα τους ἐμπῇ. Σὰν πρῶτα πάλε ὁ ἴδιος
ἦταν Σαούλ. Ἀνάβλεψα καὶ νὰ τηρὰξω ἐκεῖνα
τὰ μάτια του ἀποκότησα χωρὶς νὰ μὲ πειράξουν
περσότερο ἀπ’ τ’ ἀχνόθωρα τοῦ ἡλιοῦ τοῦ χυνοπώρου
ἥσυχα βασιλέματα, ποῦ ἀπὸ τὸ γυρογιάλι
θωρᾶτε, σὰ λυπητερὰ κοιτάζουν ὁριζόντια
ἐπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο — σὰ βύθισμ’ ἀργὸ τοῦ ἥλιου
σὲ κοντοβούνια ἀντίπερα, ποῦ ἀναλυωμένα μέσα
σὲ σοβαρώτατη σιγὴ διπλιάζουν, ζευγαρόνουν
τό ’να μὲ τ’ ἄλλο ρίζωμα γιὰ νὰ μποροῦν νὰ σμίξουν
τὲς δύναμές τους πλειὸ σφιχτά. Ἔτσι ἕνα μπράτσο τ’ ἄλλο
ἐσταύρωνε στὰ στήθη του ἐπάνω, όπου ἡ ἀνάσα
χαμήλονε καὶ ἡσύχαζε.
ΙΑʹ.
ΙΓʹ.
γιὰ πάντα πᾶν. Ὄχι! Νά, πιὲς ἀκόμα στὰ γεμάτα
απὸ τ’ ἀνάμα τῆς ψυχῆς ποῦ ἐγὼ κερνάω! Γιὰ κοίτα
πέρ’ ἀπὸ χρόνια μακρυνά. Ἀπόκαμες πλειὰ τώρα
μὲ μάτια γιὰ τὰ τωρινά, μὲ τοῦ προφήτη κοίτα
τὰ μάτια! Ἀπέθανε ὁ Σαούλ; Στῆς λαγκαδιᾶς τὸν πάτο
στῆστε τὸν τάφο του, σταχτὸ βουνὸ ψηλὰ σηκῶστε,
μάρμαρα τετραπάνωτα τετράγωνα ἀραδιᾶστε
ποῦ στὸ στερέωμα φτάνοντας νὰ δείξουν ποῦ κοιμᾶται
ὁ πρῶτος μέγας βασιλιᾶς. Τὰ κατορθώματά του
ποιὸς νὰ γνωρίσῃ βουληθῇ τ’ ὁλόγυμνο ἂς τηράξῃ
κατεβατὸ θεώρατο τοῦ βράχου, που ἱστορία
πελεκητὴ μὲ γράμματα μεγάλ’ ἀπ’ τοὺς γραφιάδες
«Τέτοιος ἐστάθηκε ὁ Σαούλ» θὰ λέῃ «καὶ αὐτὰ ἔχει κάμῃ.»
Καὶ τοὺς σοφοὺς ποῦ ἐπιστρατοῦν ὁ ὄχλος θ’ ἀποπαίρνῃ
γιατὶ οὔτε τὰ μισά, θὰ πῇ, θὲ νἆναι αὐτοῦ γραμμένα!
Μὰ γιὰ νὰ λείψῃ τὸ κακὸ μὲ τὴ γενιά του ἀξένει
στὸ λόγγ’ ὁ κέδρος καὶ σ’ αὐτὸν ἐπάνω (δὲν τὸν βλέπεις
κοφτὸν ὀμπρός τους σὲ μικρὲς ροκανισμένες πλάκες;)
θὲ νὰ κενώσουν ἄφτονο τὸν ἔπαινο καὶ μ’ ἕνα
χρυσὸ σμιλάρι τοῦ Σαοὺλ θὰ ποῦν τὴν ἱστορία,—
μεγάλα τοῦ πολιτικοῦ λόγια μὲ πλάϊ πλάϊ
σχόλιο γλυκὸ τοῦ ποιητῆ. Τὸν ποταμὸ σουφρόνουν
παπυροκάλαμα ὁμαλὰ ποῦ τρίβουν τό ’να τ’ ἄλλο
ὅταν μανίζουν ἄνεμοι προφῆτες· ἔτσι’ ἡ πέννα
σὲ γενεὲς ἀγέννητες τοῦ εἶναι σου μοιράδι,
ποῦ τοὺς χρωστιέται, θὰ περνᾷ! Γι’ αὐτὸ νὰ εὐχαριστήσῃς,
ὦ πρῶτ’ ἐσὺ τῶν δυνατῶν, τὸνὝψιστο ποῦ ὑπάρχεις.»
ΙΔʹ.
μὲ τὴν κοπή, νὰ θυμηθῶ πασκίζω τα ἕνα ἕνα
τρέμοντας μὴν ἡ φοβερὴ δόξα χαθῇ σὰν ὕπνος.
Γιατὶ ξυπνάω στὸ σταχτερὸ δροσόλουστο κρυψιῶνα
τὴν ὥρα ποῦ σηκόνεται τὴ νύχτα πολεμῶντας,
στὴν πλάτη ἐπάνω τοῦ Χεβρών, τὸ χάραγμα καὶ κάτω
ξανακερδίζει ἀργὰ ὁ Κιδρὼν ὅ,τι τοῦ πῆρε ὁ Ἥλιος
ὁ χτεσινός.
IEʹ.
τὸ χέρι του σηκώνοντας ποῦ κρέμοντουν στὸ πλάϊ,
μὲ σοβαρὴ τ’ ἀπίθωσε χαϊδευτικιὰ φροντίδα
γλυκὰ μ’ ἀποφασιστικὰ στὸ μέτωπό μου ἐπάνω·
μὲς τὰ μαλλιά μου τὰ χοντρὰ μπλεχτῆκαν δάχτυλά του
καὶ μ’ ἕνα ζόρι εὐγενικὸ μοῦ λύγισε στὰ ὀπίσω
τὸ πρόσωπό μου, ὁλόψυχος διαβάζοντάς το, ὡς κάνουν
οἱ ἄνθρωποι μ’ ἕνα λούλουδο. Καὶ αὐτοῦ μ’ ἐκράτησ’ ἔτσι
μὲ τὰ μεγάλα μάτια του ποῦ ἐτάζαν τὰ δικά μου.
Καὶ ἄχ! ἡ καρδιά μου ὁλόβολη πῶς τὸν ἀγάπαε! Καὶ ὅμως
ποῦ τὸ σημάδι; Ἐστέναξα· «Πατέρα μου, ἂν μποροῦσα
νὰ σὲ βοηθήσω βρίσκοντας καινούργια εὐλογία,
στὴν περασμένη τὴ ζωὴ θὰ ἐπρόσθετα καὶ τούτη
καὶ τὴν ἐρχόμενη, ζωὴ θὰ σοῦ ’δινα καινούργια
καὶ μ’ ὅλ’ αὐτὰ τόσο καλὴ στὰ χρόνια ποῦ θὲ νἄρθουν
ὅσο εἶναι τούτη τὴ στιγμή, — νἆχε ἔφτανε ἐξουσία,
καὶ τῆς ἀγάπης τὴν καρδιὰ νὰ τὴν χαρίσῃ ἡ ἀγάπη.»
ΙΣΤʹ.
πὤχει ὁ Θεός, σὰ σέρνομαι σὲ κάθε τῆς ψυχῆς μου
προσκύνημα στὰ πόδια του. Μ’ αὐτὴν τὴν πλήθιαν ὅμως
πεῖρα, μὲ τῆς θεότητας αὐτῆς τὴ γνωριμία
κἄποια δική μου μπόρεση νὰ βρῶ θ’ ἀποκοτήσω,
κἄποιο δικό μου χάρισμα. Δύναμ’ ὑπάρχει μία
ποῦ εὐχάριστ εἶναι ὴ χρήση της, δύσκολα κρύβετ’ ὅμως.
Τούτην ἐγὼ θὲ νά ’θελα νὰ τὴν φυλάξω, ἀκόμα
νὰ μὴν τὴν δείξω (καὶ γελῶ καθὼς τὸ συλλογιοῦμαι),
γιατὶ μ’ αὐτὴν ἂν καυχηθῶ καὶ ἂν ἐπαρθῶ φοβᾶμαι,
ξέρετε, μὴ τὸ δωρητὴ τὸν ἴδιον σ’ ἕνα δῶρο
νικήσω. — Ἰδέστε ν’ ἀγαπῶ θὰ ἠμπόρεια ἂν ἐτολμοῦσα,
μὰ αὐτὴ μου τὴν ἀπαίτηση τὴν κατεβάζω, μήπως
βολέσῃ κ’ ἕνας ἄνθρωπος περάσῃ τὴν ἀσποῦδα,
πὤχει ὁ θεὸς ὁ ἴδιος στὸ δρόμο τῆς ἀγάπης
τὸ μοναχόν· κρατιοῦμ’ ἐγὼ γιὰ τῆς ἀγάπης χάρη.
Πῶς ὣς ἐκεῖ βλέπεις, ψυχή, κι’ ὄχι παρέκει; τώρα
ποῦ ἀνοίγονται ἐνενῆντα ἐννιὰ μικρὲς μεγάλες πόρτες,
μόλις τὲς γκίξουμεν, ἡ μιὰ στερνὴ θὰ μᾶς τρομάξῃ;
Θὰ ’χουμε πίστη καὶ στὰ πλειὸ μικρά, μὸν ἀπιστία
σ’ ὅ,τι εἶναι μεγαλύτερον ἀπ’ ὅλα; Βρίσκω τόσο
πλέριο τὸ δῶρο τὸ στερνὸ τοῦ Ὑψίστου, τὴν ἀγάπη
στὸ φυσικό μου, ποῦ ἂν μπορεῖ μὲ τούτην ἀμφιβάλλω
ν’ ἀντιπαλέψῃ ἡ ἀγάπη του; Τὰ μέρη ἐδῶ θ’ ἀλλάξω;
Ἐδῶ τὸ πλάσμα θὰ περνᾷ τὸν Πλάστη, — ἐδῶ τὸ τέλος
αὐτὸ ποῦ Ἀρχίζει; Θά ’κανα μεταχαρᾶς τὰ πάντα
ἐγὼ γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἀνίκανή μου
λαχτάρα καὶ διστάζω μὴν αὐτὸς δὲ θὰ θελήσῃ
νὰ τὸν βοηθήσῃ ποῦ μπορεῖ μονάχος νὰ τὸ κάμῃ;
Στὸ νοῦ ποτὲ θὰ μοῦ ’ρχοτουν ἡ θέληση μονάχη
καὶ ἡ δύναμη λιγώτερον ἀκόμα, νὰ πλουτίσω
μ’ ἐκεῖνα τοῦτον τὸ Σαούλ, ποῦ ἐξύμνησα ἀπὸ τώρα,
μὲ τὸ θαυμάσιο χάρισμα τῆς ζήσης ποῦ ἐπροικίστη
μ’ αὐτὸ καὶ ὅλος ἐγέμισε, τέτοια ψυχὴ νὰ πλάσω,
τέτοιο κορμὶ καὶ ὑστερινὰ γῆς τέτοια ποῦ νὰ κλείσῃ
στῆ σφαῖρα της τὸ σύνολο, καὶ δὲ θἀρθῇ στὸ νοῦ μου
(καθὼς θερμὰ τὰ δάκρυα μου τὸ δείχνουν), σὰ δοθῆκαν
τόσ’ ἀγαθά, νὰ πάγ’ ὀμπρός, καὶ νὰ χαρίσω ἀκόμα
ἀπ’ ὅλα τὸ καλύτερο, τὸ ἕνα, ναί, νὰ σώσω
νὰ ἐξαγοράσω τὸ Σαούλ, καὶ νὰ τὸν θαραπέψω
καὶ τούτην τὴν τελειότητα ψηλὰ νὰ συγκρατήσω,—
ὥστε τὴ μιὰ νυχτερινὴ στιγμούλα τοῦ θανάτου
ν’ ἀκολουθήσῃ τῆς ζωῆς ἡ χαραυγή, στὴ μέση
νὰ μπῶ νὰ δράξω τὸ Σαούλ, τὸ σφάλμα, τὸ ψεγάδι,
τὸ ἐρείπιο, ὡς τώρα φαίνεται, καὶ νὰ τὸν διατάξω
ἀπ’ τ’ ὄνειρο, τὴ δοκιμή, τὸ πρόασμα νὰ ξυπνήσῃ
καὶ πιθωμένος νὰ βρεθῇ ἐλεύτερος καὶ σῶος
σὲ νέο φῶς καὶ νέα ζωή, — σὲ νέα ζωὴ ποῦ ἀκόμα
θὰ διατρεχτῇ, θὰ ξακλουθᾷ, θὰ σώσῃ, — ἢ καὶ ποιὸς ξέρει;—
θὰ μείνῃ! Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ποῦ ὡς εἶναι μαθημένος
ἀπ’ τῆς ζωῆς του τ’ ὄνειρο, γιὰ τ’ ἄλλα ἀσφάλεια δίνει,
καὶ μὲ τοῦ πόνου τοὺς σφυγμούς, θριαμβευτικὰ κερδίζει
καλοτυχιὰ ὁλομέστωτη καὶ ἐκεῖ στὸν ἄλλον κόσμο
ἀνταμοιβὴ ὅλο ἀνάπαψη μὲ τουτουνοῦ τὲς μάχες.
IHʹ.
ἄνθρωπος ποῦ θὲ ν’ ἀγαπᾷς καὶ θὰ σ’ ἀνταγαπάῃ,
γιὰ πάντα· σὰν τὸ χέρι μου τοῦτο, σ’ ἐσὲ ἕνα Χέρι
θὲ νὰ σοῦ ἀνοίξῃ διάπλατες τὲς θύρες τῆς καινούργιας
ζωῆς! Σαούλ, τήρα, ὁ Χριστὸς ὀρθόνεται μπροστά σου.»
ΙΘʹ.

Sigue explorando

Dónde vive
La Biblioteca

Expediente

Autor
Ρόμπερτ Μπράουνινγκ
Título
Σαούλ
Lengua
griego
Época
Modernismo
Nota
Traducción de Λορέντζος Μαβίλης
Sala
La Biblioteca
Identificador
ws-el-saoyl--rompert-mpraoyningk-3d040b
Cita recomendada
Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, «Σαούλ», Poetósfera, poetosfera.com/p/ws-el-saoyl--rompert-mpraoyningk-3d040b.html

Las obras de dominio público se reproducen íntegras, con atribución y en la ortografía de su impreso. No pedimos datos personales para avisar de una errata; para otra cosa, escríbenos desde Sobre la casa.