Σεῖς δότε χρῶμα κι' εἰς ἐμὲ καὶ ἄρωμα κι' ἀέρα
φυτὰ δικοτυλήδονα καὶ μονοκοτυλήδονα,
καὶ τὰ φυτὰ μ' ἀπάντησαν, «βρὲ τράβα παραπέρα
κι' αὐτὰ νὰ πᾷς, παλῃόγερε, καὶ νὰ τὰ πῇς στὸν κλήδονα».
«Εἶναι κατάξηρος γιὰ σὲ καὶ μαύρη ἐρημιὰ
τὸ κάθε περιβόλι,
κι' ἂν στὴν κουμπότρυπα καὶ σὺ καρφώσῃς γιασεμιὰ
θὰ σὲ γελάσουν ὅλοι.
»Κύττα, θὰ ποῦν, τὸν γέροντα!... χαρὰ στὸν ἀναιδῆ!...
ὀρέγεται κι' ἡ μύτη του λουλοῦδι, νὰ μυρίσῃ...
σὺ πρέπει νὰ στολίζεσαι μονάχα μὲ κλαδί,
κομμένο ἀπὸ μνήματος θλιμμένο κυπαρίσσι».