Ποτὲ δὲν στρέφω τώρα ἐπάνω στοὺς ἀστέρας,
ἀλλ' ἕρπω εἰς τὸν κύκλον τῆς ἀνθρωπίνης σφαίρας,
καὶ μήτε ἀστρονόμος δὲν εἶμαι γαυριῶν
καθὼς ὁ Αἰγινήτης καὶ ὁ Φλαμμαριών.
Δὲν κατοικῶ εἰς ζώνας ἀγνώστους πρὸ αἰώνων,
μὲ τἄστρα δὲν ρεμβάζω καὶ δὲν φιλοσοφῶ,
τώρα μὲ καταθέλγουν τὰ ὁρατὰ καὶ μόνον,
αὐτὰ ποὺ ζοῦν ἐμπρός μου, αὐτὰ ποὺ ψηλαφῶ.
Ἱδου! ὁ νεκροθάπτης βαθὺν ἀνοίγει λάκκον
καὶ «δὲν μοῦ λές, ἀλήθεια – μοῦ λέγει προπετῶς –
γι' αὐτὸ ἐδῶ τί γράφει ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Βάκων;»
κι' ἐμένα τεταρταῖος μὲ πιάνει πυρετός.
Τρελλοὺς ἀκούω νέους ποτήρια νὰ βροντοῦν
καὶ ὅλοι κοκκινίζουν ἀπὸ τὸ πίνε πίνε...
«καλῶς σᾶς ηὗρα», λέγω, κι' ἐκεῖνοι μ' ἀπαντοῦν
«μονάχος σύντροφός σου ὁ νεκροθάπτης εἶναι».