Ἕνας σπαθάτος λυγιστὸς μὲ νικηφόρον ξίφος
ψηλὸς ὡς στρουθοκάμηλος καὶ μὲ θαμβόνον ὕφος,
δὲν ξέρω πῶς ἐκτύπησε τἀδύνατά μου σκέλη
καὶ μ' ἔρριξε φαρδὺ πλατὺ χωρὶς κι' αὐτὸς νὰ θέλῃ.
Κι' ἐν τούτοις δὲν ἐζήτησε παραμικρὰν συγγνώμην,
ἀλλ' ἔφυγε καυχώμενος εἰς τὴν πολλήν του ρώμην.
Ἐνῶ στὸν νοῦν μου σκέψεως ἐστροβιλοῦντο δίναι,
ἀσκάθαρος διέτρεχε τὸ μαλακόν μου στρῶμα,
καὶ μόλις ἔβγαλα γυαλιὰ νὰ δῶ τί τέρας εἶναι
ἐσήκωσε τὸ πόδι του καὶ μ' ἔβρεξε στὸ στόμα.
Ὁποία περιφρόησις καὶ μὲ ὁποῖον τρόπον!...
ἀπεχαυνώθη κι' ὁ θυμὸς κι' ἡ δύναμις τοῦ θάρρους,
κι' ὡς νὰ μὴ φθάνουν προσβολαὶ τοσαῦται τῶν ἀνθρώπων
ἀνάνδρως καταβρέχομαι κι' ἀπὸ τοὺς ἀσκανθάρους.