Τῆς ἀνθηρᾶς νεότητος ἐσίγησεν ἡ Μοῦσα,
ὡς σκεῦος πλέον ἄχρηστον εἰς τὸν Πλανήτην εἶμαι...
περνᾷ ὸ Ἐρωτόκριτος, περνᾷ κι' ἡ Ἀρετοῦσα,
κι' ἐμένα τρέμουν καὶ λυγοῦν ἐκ γήρατος αἱ κνῆμαι.
Μὰ κι' ὁ Ρωμαῖος ἔρχεται μαζὶ μὲ τὴν Ζουλιέτα
κι' οἱ δυὸ ἀκούω νὰ μοῦ λὲν «ὅρσε, γαμπρέ, κουφέτα».
Πῶς θέλω τὸ κεφάλι μου στὴν πέτρα νὰ κτυπήσω
ὁπόταν βλέπω Χάριτας ἐμπρός μου καὶ ὀπίσω,
κι' Ἐρωτιδεῖς τοξεύοντας, τρελλοὺς καὶ πτεροφόρους,
καὶ τὸν ἀέρα ν' ἀσελγῇ μὲ τῶν φυτῶν τοὺς σπόρους.
Ἄκου γλυκὰ φιλήματα καὶ κύτταξε τὶ χάδια!...
κι' ἐγὼ σακάτης κι' ἄψυχος τρυγόνων ψάλλω ζεύγη,
κι' ἂν εἰς παιδίσκην τρυφερὰν ἁπλώνω τὰ ξεράδια
«φτοῦ! νὰ χαθῇς, παλῃόγερε» φωνάζει καὶ μοῦ φεύγει.