Ζωὴ κατηραμένη, τί ποθητὴ μοῦ εἶσαι!...
τὸ κάλλος σου τὸ τόσον καὶ γέρων θ' ἀλαλάξω,
τοὺς ζωϊκοὺς χυμούς σου στὸν σκελετόν μου χύσε
καὶ δός μου τοὺς μαστούς σου ἀπλήστως νὰ βυζάξω.
Ὁ νοῦς μου πτερυγίζει στοὺς κάλυκας τῶν κρίνων,
ἐκεῖ ποὺ ἐμφωλεύει μοσχοβολοῦσα πλάσις,
εἰς τῶν Νυμφῶν τοὺς κώμους κι' εἰς ἄσματα Σειρήνων,
ὅσα κυλοῦν τὰς μαύρας ἀβύσσους τῆς θάλασσης.
Ἅπλωσε, Νύξ, τὸ σκότος, κι' ἀνάτειλε, Ἡμέρα,
ἂς λύσῃ πάντα φόβον τὸ ἅρμα τῆς Αὐγῆς,
καὶ σεῖς, ἀτμοί, πετᾶτε στὸν γαλανὸν αἰθέρα
κι' ἂς ποτισθῇ τὸ χῶμα τῆς διψασμένης γῆς.
Σύ, Ἄπολλον, σύ, Φοῖβε, θεότης τοῦ Ὀσιριδος,
λοῦσε χρυσᾶς ἀκτῖνας εἰς τῆς βροχῆς τὰ νέφη,
καὶ τὸ καμπύλον τόξον τῆς πολυχρῶμου Ἴριδος
ὡς σελαγίζον στέμμα τοὺς οὐρανοὺς ἂς στέφῃ.
Ἂς ὀσφρανθῶ τὸ μῦρον τῆς σμύρνας καὶ ἀλόης,
σύ, χρυσαλλίς, μὴ φεύγῃς, δὲν ἔρχομαι κοντά σου,
καὶ σύ, ἀτμέ, ποὺ λάμπεις ὡς δρόσος πάσης χλόης,
ράνε τὴν κεφαλήν μου μὲ τοὺς ἀδάμαντάς σου.
Οἱ πόθοι τῶν ἀνθρώπων ἂς μοῦ δονοῦν τὰ στήθη,
ἂς μὴν ἠχῇ ὁ γέλως πικρίας ἀμιγής,
κι' ἂς μὲ θαμβόνουν τόσοι φεγγοβολοῦντες λίθοι,
ὁπόσοι κρυσταλλοῦνται στὰ Τάρταρα τῆς γῆς.
Ὁ πόλεμος τοῦ κόσμου ἂς μοῦ φωνάξῃ «ξύπνα
καὶ τρέχα ὅπου πλοῦτος κι' ὅπου λιμὸς πολύς,
εἰς ἑορτὰς γελώτων καὶ εἰς δακρύων δεῖπνα
μὲ κλάδον κυπαρίσσου, μὲ κλῆμα σταφυλῆς».
Ὅταν σὲ ρυτιδώσῃ τοῦ γήρατος τὸ νέφος
ὅταν δὲν θὰ χωνεύῃς εὐκόλως τὰ καρότα,
θὰ λαχταρᾷς νὰ εἶσαι μιᾶς ἡμέρας βρέφος
καὶ νὰ θρηνῇς ἀκόμα στὰ σπάργανα τὰ πρῶτα.
Ζωὴ κατηραμένη, ἂν τόσοι σου ἀγῶνες
κοιλαῖνουν καὶ τὰς πέτρας ὡς ὕδατος σταγόνες,
μὰ σὺ θαρρῶ πὼς εἶσαι τὸ ἆσμα τῶν Ἀγγέλων,
σὺ τὸ προχθές, τὸ τώρα, καὶ ἴσως καὶ τὸ μέλλον.