Τ' εἶναι κι' αὐτὸς ὁ Ἔρως!... τί τοὔψαλαν τῳόντι
σοφῶν καὶ τροβαδούρων τὰ στόματα τἀπύλωτα...
ἐκεῖνος εἶν' αἰτία νὰ μᾶς πονῇ τὸ δόντι
καὶ σύρει τὸν πλανήτην ὀπίσω του ὡς Εἵλωτα.
Ἐνῶ χαλοῦν ντουνιάδες ἐκεῖνος τὸ χαβά του...
χωρὶς ποτὲ καθόλου ν' ἀνοίγῃ τὰ στραβά του,
ἀκούραστος τοξεύει καρφιά, βελόναις, βέλη,
καὶ ποῦ ἐκεῖνα πᾶνε κουκοῦτσι δὲν τὸν μέλει.
Ὅταν ἰδῇς τῶν ἄλλων τὰς φρένας νὰ μεθύσῃ
ἀρνεῖσαι εἰς ἐκείνους καὶ κοκοβιοῦ μυαλά,
ἀλλ' ἂν ποτὲ κι' ἐπάνω στὸν σβέρκο σου καθίσῃ
γιὰ κοκοβιὸ νομίζεις αὐτὸν ποὺ σὲ γελᾷ.
Ἐκείνη δι' ἐκείνον κι' ἐκεῖνος δι' ἐκείνην...
τὴν βλέπει στοὺς ἀστέρας, τὴν βλέπει στὴν σελήνην,
κι' ἐνῷ πετᾷ μαζί της πρὸς ἰδεώδη χώραν
κι' ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχή του ἀλλοφρονεῖ καὶ φλέγεται,
ἐκείνη ποιὸς εἰξεύρει ἂν κατ' αὐτὴν τὴν ὥραν
δὲν βρίσκεται εἰς μέρος, ποῦν' ἐντροπὴ νὰ λέγεται.