Κι' ἐμπρός μου εἶχαν ἔλθει μιὰ φορὰ
γυναῖκες πονηραὶ νὰ μὲ τρελλάνουν,
ποὺ ἦσαν σὰν τὰ κρύα τὰ νερά,
καὶ ἄρχισαν τὰ μάγια νὰ μοῦ κάνουν.
Ἐστάθηκαν ὁλόρθαις ἐμπροστά μου
κι' ἐσκόρπιζαν ἀρώματα καὶ μῦρα,
κι' ἐπέμεινα κι' ἐγὼ μὲ τὰ σωστά μου
νὰ δείξω σὰν τὸν Βούδδα χαρακτῆρα.
Μὰ μόλις εἶδα κάποιας λίγο πόδι
κι' ἡ ἄλλη τὄνα χέρι ξεμανίκωσε,
ὁ Βούδδας μοῦ ἐφάνη τότε βῶδι
κι' ὁ διάβολος μ' ἐπῆρε καὶ μ' ἐσήκωσε.