Ἐγὼ αὐτὸν τὸν Βούδδα τὸν ἐκτιμῶ πολύ...
τί ἄνθρωπος τῳόντι καὶ ποία κεφαλή!
Ἂν κι' ἦτο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,
ἐμούτζωσε τὸν θρόνον, ἐμούντζωσε τὸ στέμμα,
καὶ τὰ βουνὰ ἐπῆρε μὲ ἱερὰν μανίαν
κι' ἐδίδασκε τὸν κόσμον ἀγάπην αἰωνίαν.
Κι' ἐμόναζε ρεμβάζων αὐτὸς ὁ Ἡγεμὼν
πότε παρὰ τὸν Γάγγην ἢ ἄλλον ποταμόν,
καὶ πότε εἰς χειμάρρους κι' ὑπὸ σκιὰν συκῆς,
ἀκούων ἁρμονίας ἀγνώστου μουσικῆς,
κι' ἐφούντωναν ὡς δάσος τὰ μαῦρα του μαλλιὰ
κι' ἐφώλιαζαν ἀπάνω λογῆς λογῆς πουλιά.
Τροφή του ἦσαν μόνη τὰ χόρτα κι' αἱ ὀπῶραι
καὶ πρὸς τὰ ὕψη στρέφων καθ' ἑαυτὸν ἐλάλει,
κι' ἐφάνησαν ἐμπρός του τῆς Ἡδονῆς αἱ κόραι
παγίδας νὰ τοῦ στήνουν μὲ τὰ γυμνά των κάλλη,
καὶ τῶν σαρκῶν τὸ σφρῖγος πολὺ τὸν ἐσκανδάλιζε
κι' ἐκείνη τὸν ἐφίλει κι' αὐτὴ τὴν ἐγαργάλιζε.
Ὅμως ὁ μέγας Βούδδας, κατανικῶν τὰ πάθη,
στοὺς δούλους τῆς μαγείας ἀτρόμητος ἐστάθη,
καὶ πρὶν στὸν δόλον φθάσουν τῆς Ἡδονῆς τὸν ἔνατον
καὶ εἶδαν πὼς ἐκεῖνος δὲν χάνει τὰ πασχάλια του,
μ' ἀφροὺ θυμοὺς καὶ λύσσης ἐπῆραν τὰ βρεμμένα των
καὶ ἄφησαν τὸν Βούδδα νὰ κάθεται στὰ χάλια του.
Ἐγὼ αὐτὸν τὸν Βούδδα τὸν ἐκτιμῶ πολύ...
τί ἄνθρωπος τῳόντι καὶ ποία κεφαλή!
Ν' ἀνθέξ' εἰς τόσα κάλλη τὴν ράχη νὰ γυρίσῃ;
νὰ μὴ τοῦ φέρῃ ρῖγος καὶ τῆς σαρκὸς τὸ χνοῦδι;...
δόξα πολλὴ στὸν Βούδδα, μὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃ
ἂν τοῦ εἰπῶ μὲ σέβας πὼς εἶναι λίγο βοῦδι.