Ὁπόταν φασκελόνω τὸν κόσμον τὸν χυδαῖον
κι' εἰς τὰς μετεμψυχώσεις ἐγκύπτω τῶν Χαλδαίων,
μοῦ ἔρχεται ἡ σκέψις πὼς ἴσως δὲν χαθῶ,
ἀλλ' εἰς κανένα ζῷον θὰ μετεμψυχωθῶ.
Γιατὶ νὰ μὴν πιστεύω καὶ τοὺς Χαλδαίους; εἶπα...
πᾶς ὁ τυφλῶς πιστεύων λογίζεται μακάριος...
γιατί, ὁπόταν βλέπω βουλιμιῶντα γύπα,
νὰ μὴν εἰπῶ πῶς ἦτον Ἁλαταποθηκάριος;
Κι' ὁπόταν ἄνδρας βλέπω ἐμπρός μου Βουληφόρους
νὰ παραβαίνουν πάντας τοὺς ἀνθρωπίνους ὅρους
καὶ νὰ κλωτσούν ἀγρίως καὶ μὲ τὰ δυὸ ποδάρια
πῶς νὰ μὴν πῶ πὼς εἶναι τουλάχιστον μουλάρια;
Αὐτὰ γιὰ κολοκύθια ὡς σήμερον θαρροῦσα,
μὰ τώρα ποῖος κόσμος πραγματικῶς ἐξαίσιος...
φαντάζομαι πὼς εἶναι σαρανταποδαροῦσα
ὁ Περικλῆς, ὁ Κόδρος, ὁ Νεύτων, ὁ Καρτέσιος.
Ἀλλ' ἴσως καὶ ὁ πρῶτος καὶ ἴσος ἐν τοῖς ἴσοις,
ὁποὺ τὸν καίει δίψα φιλοπολέμου λύσσης,
παντοῦ δ' ὡς στρατηλάτης δαφνοστεφὴς θαυμάζεται,
γενῇ ἀπροσδοκήτως ἐκεῖνο τὸ πτηνόν,
ποὺ κατ' Ἀριστοφάνην Χεσᾶς ἐπονομάζεται,
ἀνήκει δὲ κατ' εἶδος εἰς τὸν Φασιανόν.