Ἀνάθεμα τὰ γηρατειὰ κι' ἐκεῖνον ὁποὺ τἄχει!...
τὸ ἕνα κι' ἄλλο μάτι μου τρεμόσβυστο καντήλι,
γουργούραις, ξεφυσήματα, κι' ἀδιάκοπο συνάχι,
ποὺ κάθε δευτερόλεπτο ἀλλάζω καὶ μαντήλι.
Ἀνάθεμα τὰ γηρατειά!... βογγῶ λαχανιασμένος
καὶ τίποτα δὲν βρίσκεται γιὰ νὰ μὲ ξεκουράσῃ...
ἂς εἶναι δεκατέσσαρες φοραῖς ἀφορισμένος
ἐκεῖνος ὁποὺ εὔχεται ἀνθρώπου νὰ γεράσῃ.