Ποιος λάμνει έτσι ξώρας
στα σκότη, στ' αγριοκαίρι;
Καβάλα είν' ο πατέρας
το τέκνο του στο χέρι.
Στα χέρια με φροντίδα
τ' αγόρι του βαστά
γερά τόχει πιασμένο,
θερμά το κρατά.
Την όψη σου υιέ μου,
σκιασμένο τι σκεπάζεις;
Τον 'Aλφο, πατέρα,
εσύ δεν τον κοιτάζεις;
Τον 'Aλφο με κορώνα,
μ' ολόμαυρη νουρά;
Νεφέλη είναι, παιδί μου,
αχνού είναι σειρά!
Καλό μου παιδάκι,
μαζί μου έλα οπίσου,
πανώρια παιχνίδια
θα παίξω εγώ μαζί σου.
Στην όχθη είναι τ' άνθη
θωριές και δροσιές,
η μάνα μου σου έχει
χρυσές φορεσιές.
Πατέρα, πατέρα,
τ' αυτί σου δεν πεικάζει
με λόγια σβημένα
ο 'Aλφος τι με τάζει;
Μερώσου, ξεννοιάσου
αγέρας σφυρά,
και τρίζουν, παιδί μου,
τα φύλλα ξερά.
Θες νάρθεις μαζί μου
χαριτωμένο αγόρι;
Σ' εννοιάζονται ωραία
η κάθε μια μου κόρη.
Οι κόρες μου παίρνουν
της νύχτας το χορό.
Κουνιούν, τραγουδούνε,
σε παν στο φτερό.
Και δεν τες κοιτάζεις,
πατέρα μου, πατέρα,
τες κόρες του 'Aλφου
στα σκοτεινά κειπέρα;
Παιδάκι μου, παιδί μου
το βλέπω και καλά;
Ιτιές λευκοδείχνουν
με φύλλα ασπρουλά.
Σε αγαπώ, μ' ανάφτουν
οι ομορφιές σου, αγόρι!
Με το καλό δεν θέλεις,
σε παίρνω με το ζόρι!
Πατέρα! Πατέρα!
με πιάνει τώρα, να!
Αχ! μ' έκαμ' ο 'Aλφος
κακό που πονά!
Φρικιάζεται ο πατέρας,
τον ίππο ορμά και βιάζει.
Το τέκνο που βογγάει
στ' αγκάλια του βαστάζει.
Με βία μόλις φθάνει
στο σπίτι το πικρό.
Στην αγκαλιά του κείται
τ' αγόρι του νεκρό!